Ένας φτωχός φοιτητής παντρεύτηκε έναν 60χρονο παππού. Και μετά το γάμο, της ζήτησε κάτι που έκανε τα μαλλιά της να σταθούν στο τέλος.

Γιατί μια νέα και όμορφη κοπέλα να επιθυμεί έναν τέτοιο γάμο; Άλλοι μιλούσαν για χρήματα, άλλοι για απόγνωση. Αλλά η αλήθεια ήταν πολύ πιο περίπλοκη.

Τρεις εβδομάδες μετά τον γάμο συνέβη κάτι που ανέτρεψε τις ζωές τους και έκανε όλους να αναθεωρήσουν τις υποθέσεις τους.

Η Άννα στεκόταν στο παράθυρο του μικρού διαμερίσματός της, κοιτάζοντας την γκρίζα ημέρα του Μαρτίου. Ήταν 23 ετών και ένιωθε ότι η νεολαία θα έπρεπε να είναι γεμάτη όνειρα και ελπίδες, αλλά αντί γι’ αυτό, ένιωθε παγιδευμένη. Η Άννα δούλευε σχεδιάστρια σε μια μικρή διαφημιστική εταιρεία.

Και αυτή η δουλειά ήταν η μοναδική της διέξοδος. Εδώ μπορούσε να δημιουργεί, να φτιάχνει κάτι όμορφο, κάτι που της έδινε λίγη ελπίδα για ανεξαρτησία. Οι γονείς της ποτέ δεν έκρυψαν τις φιλοδοξίες τους.

Ο πατέρας της, επιτυχημένος μεσαίας κλίμακας επιχειρηματίας και η μητέρα της, που πάντα ανησυχούσε για την κοινωνική θέση της οικογένειας, έβλεπαν την κόρη τους ως εργαλείο για την επίτευξη της δικής τους ευημερίας. Οι συζητήσεις για έναν συμφέρον γάμο είχαν ξεκινήσει καιρό πριν, αλλά τελευταία γίνονταν ιδιαίτερα πιεστικές. «Άννα, – έλεγε η μητέρα της στο πρωινό, – έχεις μια μοναδική ευκαιρία».