Η Μαρίσα ανέπνευσε βαριά και, παίρνοντας τη κούκλα, πήγε να παίξει στο διπλανό δωμάτιο. Η μαμά κοιμάται, δεν πρέπει να την ξυπνάς. Εξηγούσε στη φίλη της την κούκλα.
Η κούκλα απλώς άνοιξε τα μεγάλα γαλάζια μάτια της, σαν να συμφωνούσε με την κυρία της. Αλλά η κούκλα δεν ήξερε ότι η πεντάχρονη Μαρίσα, την οποία η μαμά Όλγα μεγάλωνε μόνη της, δεν είχε πάει για δεύτερη μέρα στο νηπιαγωγείο, γιατί δεν υπήρχε κανείς να τη μεταφέρει εκεί. Η Όλγα και η κόρη της ζούσαν μόνες τους μετά το διαζύγιο με τον άντρα της.
Η γυναίκα δούλευε ως ταμίας σε ένα κατάστημα τροφίμων. Το σούπερ μάρκετ ήταν ανοιχτό 24 ώρες και γι’ αυτό οι βάρδιες της μαμάς έπεφταν είτε την ημέρα, είτε το απόγευμα, ενώ μερικές φορές έπρεπε να βγει και την νύχτα. Τότε την Μαρίσα την πρόσεχαν οι γείτονες, ο θείος Μπόρια και η θεία Ίρα.

Την τάιζαν και φρόντιζαν να κοιμάται στην ώρα της. Η Όλγα ερχόταν από την νυχτερινή βάρδια, έτρωγε πρωινό, έκανε μπάνιο και ξάπλωνε για να ξεκουραστεί. Και αυτή τη φορά η μαμά ξάπλωσε να κοιμηθεί, αλλά δεν είχε ξυπνήσει ακόμα.
Η Μαρίσα χαίρονταν που δεν έπρεπε να πάει στον παιδικό σταθμό. Στην άκρη του κρεβατιού της μαμάς, παρακολούθησε για λίγο και έπειτα κι αυτή αποκοιμήθηκε σιγά-σιγά. Μετά ξύπνησε, ταρακούνησε τη μαμά στον ώμο, αλλά αφού κατάλαβε ότι δεν αντιδρούσε, πήγε στο ψυγείο.
Πήρε μόνη της μια λουκάνικα και την ζέστανε στο μικροκύματα. Μετά από λίγο που έφαγε, συνέχισε να παίζει με την κούκλα της. Έπειτα, κάθισε να δει τηλεόραση.
Η μαμά όμως συνέχιζε να κοιμάται. Έφτασε η νύχτα και η μαμά δεν είχε ξυπνήσει. Η Μαρίσα αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να κοιμηθεί και η ίδια.
Αλλά η μαμά δεν ξύπνησε ούτε την επόμενη μέρα. Στο ψυγείο δεν υπήρχε τίποτα, μόνο μια ξεραμένη κόρα ψωμιού στην φραντζόλα. Η Μαρίσα δεν ήξερε ακόμα να βράσει νερό στο μάτι της κουζίνας.
Πολύ ήθελε να φάει, αλλά η μαμά δεν ξυπνούσε. Την ταρακούνησε με διάφορους τρόπους, την ψέκασε με νερό, αλλά τίποτα.
Η Μαρίσα έκλαψε λίγο και μετά ξαναπήγε κοντά στη μαμά και αποκοιμήθηκε πάλι ήσυχα. Την ξύπνησε η ήλιος και το γουργούρισμα της κοιλιάς της. Κάθισε στον καναπέ και κοίταξε την κοιμισμένη μαμά, μετά μύρισε.
Δεν μύριζε σαν τα αρώματα της μαμάς, μυριζόταν γλυκά. Ένας άγνωστος άρωμα που η Μαρίσα δεν είχε ξανασυναντήσει από κανέναν. Άγγιξε το χέρι της μαμάς και την ξάφνιασε το κρύο που βγήκε από αυτό.
Η παλάμη της μαμάς, πάντα ροζ και απαλή, ήταν τώρα κρύα και μπλε. Θείε Μπόρια, βοήθησέ με, η μαμά μου κοιμάται για τρεις μέρες και η μυρωδιά είναι περίεργη. Η Μαρίσα χτύπησε την πόρτα του γείτονα.
Και παρά το γεγονός ότι ήταν 6 το πρωί, ο γείτονας, κοιμισμένος, αφού είδε την ανησυχία της μικρής γειτόνισσας, μπήκε στο σπίτι τους και έμεινε άφωνος…