Ο Αλέξι και η Σβετλάνα παντρεύτηκαν στο τρίτο έτος του πανεπιστημίου και ζούσαν στις εστίες. Πολύ καιρό. Και τους φαινόταν πως ήταν ευτυχισμένοι.
Μαζί πήραν τα πτυχία τους και μαζί πήγαν στην τοποθέτηση. Μπροστά τους ανοίγονταν όλες οι πόρτες. Η ζωή μόλις άρχιζε, και έπρεπε να είναι ανέφελη και ευτυχισμένη. Η δυστυχία ήρθε από εκεί που δεν το περίμεναν.
Ήταν ήδη τρία χρόνια παντρεμένοι και ακόμα δεν είχαν παιδιά. Και δεν θα μπορούσες να πεις ότι χρησιμοποιούσαν κάποιο προφυλακτικό.

Αντίθετα, η Σβέτκα πίστευε ακόμη στις εστίες ότι ήταν έγκυος. Αλλά αποδείχτηκε ότι ήταν ένα σύνθετο άγχος. Εκείνη και ο Αλέξι ευχόντουσαν, μάλιστα.
Αλλά πού να έχεις παιδί στις εστίες; Και να νοικιάσουν διαμέρισμα, οι νέοι δεν είχαν χρήματα. Ευχήθηκαν και το… μάτιασε.
Όταν τακτοποιήθηκαν στον νέο τόπο, η Σβέτλα πήγε να ελέγξει τον εαυτό της στον γιατρό. Επέστρεψε όλη σε κλάματα, υποψία καρκίνου.
Έτσι τελειώνει η ευτυχία και αρχίζει η βαριά ακολουθία φόβου, αναμονής, ελπίδας και καταρρίψης των αέρινων κάστρων. Σύντομα ήρθαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων…